άκνηστις

ἄκνηστις (ιος), η (Α)
η σπονδυλική στήλη τών ζώων.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. οφείλεται σε κακό χωρισμό τής λέξεως από τη συνεκφορά της στη φρ. κατά κνῆστιν > κατἄκνηστιν
δηλ. ο ορθός τ. τής λ. είναι κνῆστις* «μαχαίρι για το τρίψιμο τού τυριού, ξύστρα». Δεν αποκλείεται όμως η λ. ἄκνηστις (με - προθετικό) να πλάστηκε για να γίνεται διάκριση τών δύο λ. στην ομηρική γλώσσα].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἄκνηστις — spine fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄκνηστιν — ἄκνηστις spine fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.